Λευτεριά στην Τσετσενία;

   Ειδικά Θέματα

Μία από τις χαρακτηριστικότερες περιπτώσεις κεντρικού και άλλοτε περιφερειακού και αδιάφορου αλλά διεκδικούμενα επίκαιρου θέματος, που συνήθως απασχολεί τα ΜΜΕ διεθνώς, είναι το ”θέμα” που αναπτύσσεται σχετικά με την Τσετσενία. H «δημοκρατία» της ‘’Τσετσενίας’’ τα τελευταία χρόνια απασχολεί με διαφορετικούς τρόπους το ρεπορτάζ αλλά και συνάμα δεν θυμίζει με τίποτα την βομβαρδισμένη, κατακερματισμένη από κάθε όψη,  νοτιανατολική περιοχής της Ομοσπονδιακής Ρωσίας της δεκαετίας του 1990.

Μία εξουσία βασισμένη σε ισλαμικές νόρμες, ουρανοξύστες που αναδύονται με μεγάλη συχνότητα, πόλεμος στα βουνά με αντάρτες, μία πτυχή της εικόνας της σύγχρονης Τσετσενίας, αυτού του μικρού κομματιού, αλλά γεμάτο εντάσεις μέρους της Ρώσικης Ομοσπονδίας.

Η κρατική Ρώσικη ποδηγεσία και η σμίξη τυπικών με άτυπων θεσμών στην περιοχή, μεταπολεμικά, βρήκαν μία εν μέρει ταύτιση με της κρατικές αρχές με εξαίρεση το βασικό αίτημα περί ανεξαρτησίας της Τσετσενίας. Οι ντόπιοι αρκετά παραδοσιακοί με άξονα δράσης την πίστη τους στο Ισλάμ, σε συνάρτηση  την συνεργασία με τις Ρωσικές αρχές, έχουν καταφέρει, όχι να διαγράψουν, αλλά να καταστρέψουν μέρος του αντιμαχόμενου πλαισίου αντιλόγου, βρίσκοντας μία τομή για άσκηση πολιτικής.

Πίσω στο παρελθόν:

Οι Τσετσένοι μιλούν μια καυκάσια γλώσσα (που δεν είναι ούτε σλαβική, ούτε περσική, ούτε τούρκικη) και είναι Σουτίνες Μουσουλμάνοι.temenos

Κάπου εκεί στο Βόρειο Καύκασο, λίγο μετά το τέλος του Β Παγκοσμίου, η Τσετσενία αποτελούσε μέρος της Σοβιετικής Ένωσης, η οποία όμως προπολεμικά υπεισέρχονταν στην «Ρώσικη επικράτεια».

Οι Τσετσένοι, όπως και οι Ρομά, αντιμετώπισαν, άθλιες συνθήκες μετά τον Β παγκόσμιο πόλεμο σε επίπεδο συνθηκών εργασίας και μετατόπισης τους γεωγραφικά. Οι ίδιοι κατηγορήθηκαν από τους σοβιετικούς ότι συνεργάστηκαν με το Γ ράιχ, λαμβάνοντας τα ποινή την εξορία και την υποδούλωση.

Μετά τον θάνατο του Στάλιν, επιστρέφουν, μερικοί εκ των εκτοπισμένων πολιτισμικά πληθυσμών από την περιοχή του Καύκασου, που είχαν εξοριστεί σε πρώτη φάση μεταπολεμικά. Μετέπειτα, κατά την δεκαετία του 1980, οι Τσετσένοι, πολέμησαν στο πλευρό τον Ταλιμπάν.

Σε ένα άλλο επίπεδο, χρονολογικά, ο λόγος περί ανεξαρτητοποίησης της, ιδιαίτερα μετά από τις τοπικές διακηρύξεις περί αυτοανακυρόμενης κυβέρνησης της Τσετσενίας και των ανταρτών (που δρουν περιορισμένα έως και σήμερα) και την ανεξαρτησία της κατά τα έτη 1996-1999, είχε ως αποτέλεσμα μία δεύτερη εμφύλια διαμάχη μεταξύ Ρώσων στρατιωτών και τον ανταρτών και μελών της αυτοανακυρησσόμενης τοπικής κυβέρνησης η οποία έσβησε το αποτέλεσμα του πρώτου πολέμου του 1994-1996. Οι μειονότητες αυτές έως και σήμερα αντιδρούν ένοπλα μέχρι και σήμερα (σε μικρό βαθμό), αφοπλισμένες μεν από την Ρώσικη ομοσπονδία, η οποία αποχώρησε εν μέρη έως και το τέλος της δεκαετίας του 2000, δε όμως διατηρούν την τάση στο εσωτερικό της Τσετσενίας,  την “τάση” για ανεξαρτητοποίηση.

Στην δύση, η στάση ήταν ουδέτερη μετά τον δεύτερο πόλεμο στην Τσετσενία. Ο ακτιβισμός στης αρχές του 2000, οι παγκόσμιες διαδηλώσεις και τα κινήματα κατά του πολιτικού αυταρχισμού και παρεμβατισμού της Ρωσίας, δεν επηρέασαν πρακτικά μέσω πολιτικών πιέσεων την κατάσταση αυτή, αφήνοντας το θέμα να λυθεί μονομερώς βίαια, από πλευρά Ρωσίας.

Η Τσετσενία στο σήμερα:

Αν και τα προβλήματα στο εσωτερικό και το δίπολο διαμάχης σχετικά με την ανεξαρτητοποίηση η όχι της «δημοκρατίας της Τσετσενίας» ανοίγει το πλαίσιο συζήτησης του άρθρου, ο κοινός παρανομαστής που ενώνει παρά ταύτα τις αντιμαχόμενες στο πλαίσιο της ανεξαρτητοποίησης, είναι η κοινή πολιτική στο επίπεδο ανθρώπινων δικαιωμάτων.

Ένα από τα βασικά σημεία συνύπαρξης και σύγκλισης Ρωσίας και Τσετσενίας, αποτελεί ο αυταρχισμός και έντονος παρεμβατισμός διαμέσου της ανυπαρξίας του κράτους δικαίου σε επίπεδο δικαιωμάτων. Αυτό το σημείο σύγκλησης αποτελεί και παράλληλα ‘’σημείο’’ τομής μεταξύ δύο αντιμαχόμενων διαχρονικά διαφορετικών πολιτισμών αποτελεί αυτό το παρεμβατικό αυστηρό κράμα ένωσης παράδοσης και κοινωνικού ελέγχου, με στόχο την απομάκρυνση φιλελεύθερων στοιχείων των σύγχρονων δημοκρατιών. Αυτό καταδεικνύεται και έντονα από την καταπάτηση ανθρώπινων δικαιωμάτων και η διείσδυση του αυταρχισμού σε θεσμούς όπως ο στρατός και η αστυνομία από τις τοπικές αρχές. Αυτό ενισχύεται διαμέσου του συντηρητισμός που επικρατεί τα τελευταία χρόνια διαμέσου των άτυπων κανόνων και θεσμών στην Ρωσία με τον τοπικό πουριτανισμό της παραδοσιακής και ίσως με φονταμενταλιστικές τάσεις Τσετσένικη κοινωνία.

Η Ρωσία ως μία πατερναλιστική δύναμη ελέγχου υπό την απειλεί βίας που έπληξε στο παρελθόν την περιοχή, έχει παραχωρήσει εξουσίες διαμέσου ενός άτυπου ελέγχου στις Τσετσένικες αρχές, ως προς την διακυβέρνηση, καθιστώντας τον Ραμζάν Καντίροφ απόλυτο επικεφαλή.

Η προβληματική όμως που αναδύεται, είναι σε επίπεδο δικαιωμάτων. Ο πρόεδρος της Τσετσενίας Καντίροφ, προέβει σε διώξεις και βασανισμούς μελών ΛΟΑΤΚΙ μετά από διαδηλώσεις το 2017, αλλά και ανακρίσεις για τον εντοπισμό και άλλων μελών της κοινότητας. Η κατάσταση αυτή αν και τυπικά σε επίπεδο διαβουλεύσεων μετά από παροτρύνσεις δείχνει να έχει «εξομαλυνθεί», άτυπα, όπως και στην Ρωσία η κατάσταση συνεχίζεται, διαμορφώνοντας ένα πεδίο πολεμικής ενάντια της κοινότητας αυτής.

Τέλος αν και η κατάσταση στην Τσετσενία όσον αφορά το εσωτερικό πολεμικό μέτωπο και οι σχέσεις με την Ρωσία παρουσιάζουν καλύτερες προοπτικές στο πλαίσιο ενός παιγνίου διατήρησης ειρήνης, αντίστροφη πορεία φαίνεται μάλλον να ακολουθούν τα ανθρώπινα δικαιώματα, βρίσκοντας σημείο τομής στις δύο αντιμαχόμενες πολιτισμικά περιοχές- «χώρες».

Ακολουθείστε μας στα Social Media:
Κωνσταντίνος Σολδάτος
Ο Κώστας σπούδασε Φιλοσοφία & Ιστορία της Επιστήμης και τώρα κάνει το μεταπτυχιακό του στην Πολιτική ανάλυση & Πολιτική θεωρία στο ΕΚΠΑ. Αν δεν τον βρείτε στο μπάσκετ στην πλατεία του Άγιου Ανδρέα, τότε μάλλον βλέπει αμερικάνικες σειρές στο Laptop του.
Χωρίς Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Scroll Up