Η μελωδία της ιστορίας

Το παρόν κείμενο θα αφιερωθεί στην προσπάθεια διαλεύκανσης ενός μυστηρίου, της μουσικής λαϊκής, ελληνικής παράδοσης. «Ο τρελός τσιγγάνος», λοιπόν, ο Μάνος Χατζιδάκις, η Ιωάννα Γεωργακοπούλου και ο Βασίλης Τσιτσάνης.

Η Ιωάννα Γεωργακοπούλου γεννήθηκε στο Πύργο της Ηλείας το 1920. Σε νεαρή ηλικία έχασε τον πατέρα της και μαζί με τη μητέρα της μετακόμισε στην Αθήνα. Στην δισκογραφία μπήκε το 1938 και μετά τον πόλεμο συνεργάστηκε με τους πιο σημαντικούς λαϊκούς δημιουργούς. Ο Βασίλης Τσιτσάνης όμως δεν δίστασε να την επιβάλλει στο πάλκο και να της δώσει δικές του συνθέσεις για να τις τραγουδήσει σε πρώτη εκτέλεση. Ορισμένα από τα μεγάλα σουξέ με τον Βασίλη Τσιτσάνη, ήταν τα τραγούδια, «Τι σε μέλλει εσένα και αν γυρνώ», «Κίνησε η γερακίνα», «Νύχτες Μαγικές», «Αργοσβήνεις μόνη» και «Φυσάει ο Μπάτης». Η Γεωργακοπούλου, όμως, από κάποια περίοδο και μετά, συγκεκριμένα το 1948, αποφάσισε να αφήσει τον Τσιτσάνη που συνεργαζόταν με την ίδια και την Σωτηρία Μπέλλου και να κυνηγήσει την τύχη της αλλού. Πράγματι συνεργάστηκε με τον Στελλάκη Περπινιάδη, Μανώλη Χιώτη, Μάρκο Βαμβακάρη και Γιώργο Μητσάκη.

Ο «Τρελός Τσιγγάνος» ηχογραφήθηκε το 1947 με πρώτη φωνή την Ιωάννα Γεωργακοπούλου και δεύτερη τον Βασίλη Τσιτσάνη. Ο «Τρελός Τσιγγάνος» ήταν υπαρκτό πρόσωπο, αφηγείται η ίδια στον Πάνο Γεραμάνη. Ήταν αντάρτης του ΕΛΑΣ, που αγωνίστηκε κι αυτός για την απελευθέρωση Ελλάδας μας από τους Γερμανούς κατακτητές. Δυστυχώς, όμως, πλήρωσε με τη ζωή του. Εκτελέστηκε από τα Ες-Ες. Ήταν ο αληθινός ήρωας του τραγουδιού που γράφτηκε στα τέλη του 1943. Η Ιωάννα Γεωργακοπούλου αποκαλύπτει, για πρώτη φορά, την ιστορική λεπτομέρεια του τραγουδιού, που από τότε που γράφτηκε προκάλεσε κόντρες με τον αξέχαστο λαϊκό βάρδο, τον Βασίλη Τσιτσάνη, αντεγκλήσεις και πολλές συζητήσεις. Λέει επίσης:

«Ο Τσιτσάνης τό ‘παιξε με το μπουζούκι του και συμπλήρωσε την εισαγωγή πάνω στη δική μου μελωδία. Αργότερα, ο Μάνος Χατζιδάκις, που έγραψε τη μουσική για τη θρυλική ταινία «Στέλλα» και συνεργάστηκε με τον Τσιτσάνη στο τραγούδι «Αγάπη πού ‘γινες δίκοπο μαχαίρι», χρησιμοποίησε πάλι τη μελωδία του «Τρελλού Τσιγγάνου». Η Γεωργακοπούλου, όταν θυμάται τον αληθινό ήρωα του θρυλικού τραγουδιού, δακρύζει. Δεν θέλει να πει άλλα λόγια, εκτός μία κουβέντα: «Ήταν όμορφος και ρομαντικός», καταλήγει.

Ως φυσική δημιουργός του τραγουδιού, η Ιωάννα Γεωργακοπούλου παίρνει σήμερα τα ποσοστά απ’ αυτές τις μελωδίες και, όπως θυμάται, ο Βασίλης Τσιτσάνης λίγο πριν από το 1970 τής είχε προτείνει να της δώσει έναν δίσκο L.Ρ. με 12 τραγούδια του, με αντάλλαγμα να κρατήσει ο ίδιος την παλιά πλάκα 78 στροφών, με τον «Τρελλό Τσιγγάνο» και το «Φυσάει ο Μπάτης», που ήταν τραγούδια της Ιωάννας. Εκείνη, όμως, αρνήθηκε και του είπε: «Άκουσε Βασίλη μου, σ’ αγαπώ, σ’ εκτιμώ, σε παραδέχομαι, αλλά, όπως έχεις εσύ την ιστορία σου, έχω κι εγώ τη δική μου. Ο “Τσιγγάνος” και ο “Μπάτης” είναι δικά μου τραγούδια, δικά μου παιδιά, και δεν τα δίνω».

Η δεύτερη εκδοχή

Ωστόσο, οκτώ χρόνια μετά την πρώτη ηχογράφηση του τραγουδιού, το 1955, ο Μιχάλης Κακογιάννης έγραψε και σκηνοθέτησε μία ταινία με τίτλο «Στέλλα». Βασίζεται στο θεατρικό έργο του Ιάκωβου Καμπανέλλη «Η Στέλλα με τα κόκκινα γάντια», ενώ είναι εμπνευσμένη δραματουργικά από το μύθο της Κάρμεν. Διακρίθηκε με το βραβείο καλύτερης ταινίας ρετροσπεκτίβας στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης 1960, με τη Χρυσή Σφαίρα καλύτερης ξένης ταινίας του 1956, καθώς και με το βραβείο ερμηνείας Isa Miranda, για τη Μελίνα Μερκούρη, στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Καννών του 1955. Ήταν επιπλέον η ελληνική υποβολή για το Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας του 1956.

Υπήρξε η τελευταία ταινία της Μήλας Φιλμ, σημειώνοντας αξιοσημείωτη καλλιτεχνική και εμπορική επιτυχία (134.142 εισιτήρια). Σε αυτή πραγματοποίησαν την πρώτη κινηματογραφική εμφάνισή τους η Μελίνα Μερκούρη και ο Κώστας Κακκαβάς.

Η ηρωίδα, που διαλέγει το δικό της δρόμο αντιμετώπισης των αντιλήψεών της ενόχλησε τα αριστερά έντυπα «Αυγή» και «Επιθεώρηση Τέχνης», με αποτέλεσμα να επιτεθούν σκληρά κατά της ταινίας. Τα σχόλια του ξένου Τύπου στις Κάννες ήταν ιδιαίτερα ευνοϊκά για την ηρωίδα-πρότυπο της γυναικείας απελευθέρωσης. Η Στέλλα είναι τραγουδίστρια στο κέντρο Παράδεισος, που διευθύνει η Μαρία, και έχει δεσμό με τον Αλέκο, γόνο πλούσιας οικογένειας. Για μια ακόμη φορά, αυτή θα είναι που θα θέσει τέρμα στο δεσμό τους, πριν έρθει η φθορά. Ο Αλέκος θα σκοτωθεί σε ένα ατύχημα.

Η Στέλλα αρχικά θα αποφύγει τη στενή πολιορκία του ποδοσφαιριστή του Ολυμπιακού, Μίλτου. Αργότερα θα υποκύψει στη γοητεία του. Όμως θα θέσει τους δικούς της όρους προκειμένου να συνεχιστεί η σχέση τους. Διχασμένοι οι κριτικοί της εποχής, αντιμετώπισαν την ταινία είτε με ευμενή σχόλια, είτε με εξαιρετικά αρνητική κριτική (ειδικά από τον αριστερό Τύπο της εποχής). Στο μόνο που όλοι συμφωνούσαν, ήταν η ερμηνεία της Μελίνας Μερκούρη, η οποία επαινέθηκε. Οι περισσότεροι κριτικοί περιέγραψαν την ταινία ως ένα ηχηρό κατηγορητήριο σε βάρος της πατριαρχίας, με την πρωταγωνίστρια να εκπροσωπεί ένα γυναικείο πρότυπο που ήταν αναμφίβολα ξένο προς την ελληνική κοινωνία της εποχής, αλλά και μια διαχρονική ηρωίδα τραγωδίας. Κατά τον ιστορικό Γιάννη Σολδάτο, η Στέλλα εξέφραζε τις επιθυμίες πολλών γυναικών, λίγες από τις οποίες ωστόσο τολμούσαν να ακολουθήσουν το παράδειγμά της. Ειδικότερα, προσωποποιεί τη σύγκρουση των παραδοσιακών αξιών, του ηθικού κώδικα και της τιμής με το ερωτικό πάθος που τελικά δε διασώζεται σε αυτά τα πλαίσια.

Πριν την έναρξη των γυρισμάτων της ταινίας, ο Μιχάλης Κακογιάννης ζήτησε από τον Μάνο Χατζιδάκι να γράψει την μουσική της ταινίας. Με τη σειρά του, ο Μάνος Χατζιδάκις ζήτησε από τον Βασίλη Τσιτσάνη να γράψει του στίχους ενός τραγουδιού πάνω στους οποίους θα έβαζε ο ίδιος τη μουσική. Ο Βασίλης Τσιτσάνης, λοιπόν, έγραψε το πασίγνωστο πλέον τραγούδι, «Αγάπη που ‘γινες δίκοπο μαχαίρι». Ο Χατζιδάκις στη συνέχεια ζήτησε από τον Τσιτσάνη την άδεια για να ενσωματώσει πάνω στους στίχους, τη μουσική του «Τρελού τσιγγάνου». Πράγματι ο Τσιτσάνης έδωσε τη μουσική και το αποτέλεσμα ήταν ένα αριστούργημα με την απόλυτη υπογραφή του Βασίλη Τσιτσάνη.

Επιπλέον, σύμφωνα με τον Μιχάλη Κακογιάννη αλλά και τον Μάνο Χατζιδάκι, το τραγούδι είναι μία δημιουργία του Βασίλη Τσιτσάνη, ασχέτως αν αναγράφεται κι ο Χατζιδάκις ως ο δεύτερος συνθέτης του τραγουδιού. Αυτό έγινε με τη σύμφωνη γνώμη του Τσιτσάνη.

Όταν πήγε και η Γεωργακοπούλου να παρακολουθήσει την ταινία, σε μία από τις πρώτες προβολές της, για κάποιον ανεξήγητο λόγο, εκνευρίστηκε που άκουσε μία κατά τη γνώμη της δική της μελωδία με την υπογραφή του Βασίλη Τσιτσάνη. Η ίδια πήγε να τον συναντήσει και να ζητήσει εξηγήσεις. Όταν με προκλητικό ύφος ζήτησε από τον Τσιτσάνη ποσοστά ο συνθέτης εξοργίστηκε. Αντάλλαξαν βαριές κουβέντες και οι δρόμοι τους χώρισαν οριστικά. Η ιστορία όμως δεν ξεχάστηκε ποτέ καθότι αφορά μία πεντακάθαρη και πρωτοφανή περίπτωση κατάχρησης και κλοπής ενός τραγουδιού.

Η τρίτη εκδοχή

Ο Κώστας Φέρρης, το 2005, δίνει τη δική του ερμηνεία και παρεθέτει τα γεγονότα όπως τα γνώρισε ο ίδιος: «Το “Αγάπη πού γινες δίκοπο μαχαίρι” είναι κατοχυρωμένο στην ΑΕΠΙ, Χατζηδάκις-Τσιτσάνης γιά τη μουσική, Μιχάλης Κακογιάννης γιά τους στίχους. Πολλές φορές δε βάζουν το όνομα του Τσιτσάνη στους δίσκους, κι ήμουνα παρών σ’ ένα τηλεφώνημα διαμαρτυρίας του Τσιτσάνη στην τότε CBS, που ακολούθησε ένα τηλεφώνημα στον καλοσυνάτο Μάνο Χατζηδάκι.

Στην πραγματικότητα, το τραγούδι γράφτηκε γιά την ταινία “Στέλλα”, κι ο Χατζηδάκις συνεργάστηκε στενά με τον Τσιτσάνη, που ήταν και ο εκτελεστής των τραγουδιών. Γιά το συγκεκριμένο τραγούδι, ο Χατζηδάκις θέλησε να “δανειστεί” μιά μελωδία του Τσιτσάνη, κι ο Τσιτσάνης του πρότεινε τον “Τρελλό τσιγγάνο” (Τρελλέ τσιγγάνε γιά που τραβάς). Ο λόγος ήταν περίπλοκος: Ο Τσιτσάνης, σε ανύποπτο χρόνο, είχε “χαρίσει” τον “Τρελλό Τσιγγάνο” στην Ιωάννα Γεωργακοπούλου.

(Παρένθεση: Η Ιωάννα εισπράττει μέχρι σήμερα τα δικαιώματα του “Τσιγγάνου”, και αρνείται να “επιστρέψει” το τραγούδι στο όνομα του Τσιτσάνη.)

Φαίνεται λοιπόν, πως γιά να της το “χαρίσει”, συνέτρεχαν δύο λόγοι: (1) Η τραγουδίστρια ήταν η φίρμα, και “τούκανε χάρη” να το τραγουδήσει. (2) Ο Τσιτσάνης δεν πίστευε στην εμπορικότητα του τραγουδιού, κι έτσι έβγαζε “τζάμπα” την υποχρέωση.

Έλα ντε όμως που ο Τσιγγάνος έγινε σουξέ, κι ο Τσιτσάνης το σκυλομετάνιωσε… Έτσι, βρήκε την ευκαιρία που τούδωσε ο Χατζηδάκις, και τούδωσε το δικό του μοτίβο να το κατοχυρώσει τώρα στ’ όνομά του.
Η συμφωνία κλείστηκε, κι ο Χατζηδάκις έγραψε ένα δικό του τραγούδι, που χρησιμοποιεί στα πρώτα μέτρα τη μελωδία του “Τσιγγάνου”.

Εξάλλου, δεν είναι η μόνη φορά που ο Μάνος έκανε επώνυμα “δάνεια“, που στη μουσική λέγονται και “τιμητικές αναφορές”. Παράβαλε λ.χ. νότα-νότα, τον “Ματωμένο γάμο” (Τώρα νυφούλα μου χρυσή…) με το “Στου Νικάκη τη βαρκούλα, γλυκειά μου Μαριγούλα…” κ.τ.λ.

Ακολουθείστε μας στα Social Media:
Σπύρος Χατζηβασίλογλου
"Μια παρέα πέντε φίλων κάποτε σε κάποιο σχολείο του Πειραιά. Ο ένας είχε το πρόγραμμα, ένας άλλος τις αποδόσεις. Ο τρίτος τις έξυπνες προτάσεις, ο τέταρτος τις σημειώσεις και ο πέμπτος ήταν επιφορτισμένος με την ανάλυση. Ο τελευταίος, θα σας απασχολεί κι από εδώ. Στη φιλόξενη αυτή γωνιά του διαδικτύου, τρύπια δίχτυα και ερυθρές ταξιαρχίες μαζί. Σε ένα μπλουζ των χαμένων μετά."
Χωρίς Σχόλια

Αφήστε ένα σχόλιο

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Scroll Up